Skip to main content

Definitions by high_entropy

ντιροπαρκάρισμα 

Όταν κάποιος παρκάρει το ακριβό αυτοκίνητο «του» με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, παράνομα, πάνω στο πεζοδρόμιο ή/και μπλοκάροντας ράμπες αναπήρων, σκαλοπάτια, διαβάσεις πεζών κτλπ.

Σε μερικές περιπτώσεις το ντιροπαρκάρισμα συνοδεύεται με ξεχασμένα ανοιχτά αλάρμ, φώτα πορείας ή ξεχασμένο χειρόφρενο.

Στις εξεταστικές περιόδους τα περιστατικά ντιροπαρκαρίσματος αυξάνονται εκθετικά.
- λολ κάποιος άφησε ένα audi μέσα στην μέση της Γραβίας και έφυγε
- έκανε ντιροπαρκάρισμα