Skip to main content

Definitions by Gex1e

Τουμάρ 

Υποτιμητικός χαρακτήρισμος με βλάχικη προφόρα. Προέρχεται απο την λέξη τομάρι.
-Έχασα όλα τα λεφτά της οικογένειας μου στο κουμάρι.
-Α είσαι πολύ τουμάρ.
Τουμάρ by Gex1e July 6, 2019